μπαξεβάνης

ο
κηπουρός, περιβολάρης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. bahčivan].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μπαξεβάνης — ο (λ. τουρκ.), ο κηπουρός, ο περιβολάρης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπαξεβανικά — τα τα προϊόντα τού μπαξέ, κηπουρικά, λαχανικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού πληθ. τού ουδ. ενός αμάρτυρου επιθ. μπαξεβανικός (< μπαξεβάνης)] …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Μουσική — ΑΡΧΑΙΑ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Είναι γνωστό ότι η καταγωγική περιοχή της αρχαίας ελληνικής ποίησης βρίσκεται στις θρησκευτικές τελετουργίες. Ωστόσο, το κύριο σώμα της λυρικής ποίησης χαρακτηρίζεται από έναν ανεξάρτητο χαρακτήρα την εποχή κατά την οποία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.